Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Χρίστος Χριστοβασίλης , Ανίκητη ελπίδα


Χρίστος Χριστοβασίλης , Ανίκητη ελπίδα

                νήμερα τ Φτα, τ δειλιν τς παραμονς το ϊ - Γιαννιο,
Μήτραινα, πως λες τς παραμονς το ϊ - Γιαννιο, σφαξε μι
παχει κα μεγάλη κότα, π τς δέκα - δώδεκα κοτολες πο εχε, τ
ζεμ
άτισε, τ μάδησε κα τν βαλε ν βράσ. Συγύρισε τ σπιτοκάλυβό
της,
στρωσε στ γωνι τ νυφιάτικά της μάλλινα στρωσίδια, δεσε τ
σκ
ύλα κα περίμενε, πως λες τς παραμονές, νρθ ξενιτεμμένος της
Γιάννης, ξημερώνοντας τ’ ϊ - Γιαννιο.
Α
τ στορία ξακολουθοσε χρόνια τώρα. ταν κόμα νέα
Μήτραινα,
ταν, χήρα, ξεκίνησε τ μονάκριβό της, Γιάννης, γι τν
ρμη ξενιτειά. Δν εχε κόμα σπρη τρίχα στ κατάμαυρα μαλλιά της,
ταν τν φίλησε γι στερη φορ κα τν εδε ψηλ π τ ραχούλα μ
δακρυ
όπνιχτα μάτια ν χάνεται στ μάκρος το δρόμου κα ν γίνεται
φαντος.
Χρ
όνια κα χρνια π τότε δόλια Μήτραινα περνοσε τ ζωή
της μον
άχη στ σπιτοκάλυβό της, χοντας γι μόνη συντροφι τος
τ
έσσερους τοίχους, τ εκόνισμα, τ γωνιά, μι γίδα, μι γάτα κα
καμμι
δεκαρι κοτολες μ’ ναν μορφο πετεινό, πο τς χρησίμευε
κ
άθε πρωΐ, σν ρολόγι, ν τν ξυπν, γι ν’ νβ τ φωτι της κα ν’
ρχιν τ ργόχειρό της: Ρόκα πλέξιμο μπάλωμα γι ν πηγαίν
στ
λόγγο ν κουβαλ ξύλα.
Τ
νιόπαιδα το χωριο πήγαιναν κι ρχονταν στν ξενινειά, ποι
σ
τρία, ποι σ τέσσερα κα ποι σ πέντε χρόνια, τ βαρύ, βαρύ˙ λλ
Γιάννης τ
ς Μήτραινας οτε φαινόταν, οτε κουγόταν πουθενά! λος
κόσμος τν θεωροσε χαμένο κα προεστς το χωριο τν ξέγραψε
π τ δεφτέρι του, γι ν μν πληρών κακομοίρα Μήτραινα τος
φ
όρους του. Κα μως Μήτραινα σκισε τ ροχά της, μα μαθε
τι τς ξέγραψε προεστς τ παιδί της κα πγε στ σπίτι του ν
παραπονεθ
:
-
κος κε, λεγε, βγαίνοντας π το προεστο, ν μο σβήσ τ
παιδ
ί μου! Τί τν μέλει ατόν, σν πληρώνω γώ;
Ε
χε πάντα τν καρδιά της γεμάτη λπίδα κα τς φαινόταν, τι τ
παιδ
ί της εναι γερ κα καλά, τι κέρδιζε χρήματα μ τ σωρό, κι τι
βρ
ίσκεται στ δρόμο νρχεται. Ζοσε καημένη μ τ ργατικό, πότε
στ’
μπέλια κα πότε στ χωράφια χωριανν της, κι ν λος κόσμος
τ
ν συμπονοσε, ατ δέ τβανε κάτω, λλ πολογιόταν μ θυμό:
- Μ
σς πέρασε δέα, τι χάθηκε τ παιδί μου κα δ θ μο ρθ; 
α
τ ζ κα βασιλεύει, δόξα σοι Θεός! Ετσι μο τ λέει λπίδα, πο
χω μέσα στν καρδιά μου!
Κ
άθε δειλινό, χειμνα - καλοκαίρι, ταν τρεμε λιος ν βασιλέψ,
φηνε τν ργασία της κα γνέθοντες πήγαινε ψηλ στ ραχούλα, στ’
γνάντια το χωριο, κι κε καθόταν κι γνάντευε τ δρόμο, ς μι ρα
μακρι
- σο κοβε τ μάτι της - κα μ νίκητη λπίδα κολουθοσε
το
ς διαβάτες, πο ρχονταν, κα μονολογοσε:
- Ν
ά! ατς εναι! Ατς καβαλάρης! Κοίτα, πς τρέχει τ μουλάρι
του! Καλ
ς ρισες, παιδί μου!
Κα
ξεφώνιζε, κι νοιγε τν γκαλιά της μ’ φατη χαρά, κα
ροβολο
σε δυ - τρία βήματα, λλ καβαλάρης κενος δν ταν
Γι
άννης τς Μήτραινας, οτε κν χωριανός της, γιατί, μα πλησίαζε
πρ
ς τ χωριό, παιρνε τν λλον τ δρόμο, τραβντας γι ξένο χωριό. Κι
Μήτραινα χαρωπή - χαρωπή, παιρνε κοντ μ τ βλέμμα της λλον
καβαλ
άρη διαβάτη γι τ Γιάννη της, σο πο κι ατς παιρνε λλο
δρόμο. Κα
δν φευγε π τ ραχούλα, παρ ταν ρχιζε ν χύνεται τ
σκοτ
άδι πάνω στ γ. Τότε, γύριζε στ σπιτοκάλυβό της γελαστ κα
χαρωπή,
πως πάντα, μ τν καρδιά της γεμάτη λπίδα, κουνώντας τ
κεφ
άλι της κα λέγοντας:
- Ποι
ς ξέρει τ μοναχό μου, πο ν νυχτώθηκε! Δν τν φησε
κο
ύρασι το δρόμου ν φτάσ πόψε! Κι αριο μέρα το Θεο ξημερώνει!
Α
ριο ρχεται.
Α
τ δουλει ξακολούθησε χρόνια κα χρόνια. λπίδα φώλιαζε
βαθι
στ φυλλοκάρδια τς Μήτραινας. Κα τίποτε δ μποροσε ν τν
δι
ώξ π κε μέσα. ταν δούλευε μ τν ργατιά, ατ σερνε πάντα
τ
τραγούδι κα τραγουδοσε λο τραγούδια γι τν ξενιτεμμένο τ γυι
της, πο
πάντα ρχταν κα ποτ δ φαινόταν!
λος κόσμος, ντρες κα γυνακες, τν ψυχοπονοσαν τν καημένη
τ
Μήτραινα κι λεγαν μέσα τους:
-
Θες ν τς αξαίν τν λπίδα τς ρφανς!
Ετσι περνοσαν τ χρόνια κα Μήτραινα ξακολουθοσε ν
λπίζ, κι λο ν λπίζ. Κάθε βράδυ περίμενε τ Γιάννη της κα κάθε
βρ
άδυ ξενυχτοσε ρημη κα μοναχ στ σπιτοκάλυβό της, χωρς ν’
δημον, χωρς ν’ πελπίζεται.
Ε
χε χάσει τ λογαρτασμ πόσα χρόνια εχε Γιάννης της στ ξένα.
Δ
θυμόταν πόσα χρόνια τς βάραιναν τ ράχι, κι π τν μέρα, πο
ξεκ
ίνησε τ μονάκριβό της, εχε σκεπάσει τν καθρέφτη της, πο εχε
κρεμασμ
ένο δεξι στν πόρτα της, κα π τότε δν εχε δε τ πρόσωπό
της! Τ
μαλλιά της εχαν σπρίσει λα,τ πρόσωπό της εχε ζαρώσει,
ρ
άχι της εχε κυρτώσει κι ατ δν τ γνώριζε!
ν κάθε δειλιν βγαινε στ’ γνάντια Μήτραινα, γι ν δ τ
παιδ
ί της νρχεται, μως οτε φα τοίμαζε, οτε στρωνε, οτε τ
σκ
ύλα δενε, γι ν μν λυχτ τος χωριανούς. Μόνο τν παραμον
το
ϊ - Γιαννιο κανε ατ τ δουλειά.
Τ
εχε κομποδεμένο κείνη τν μέρα, τι θ ρχόταν Γιάννης
της χωρ
ς λλο, ξημερώνοντας γιορτή του. Γι’ ατ π τν παραμονή,
χωρ
ς ν βγ καθόλου στ’ γνάντια, σφαζε τν παχύτερή της κότα, τ
ζεματο
σε, τ μαδοσε κα τν βανε ν βράσ, σκούπιζε τ σπίτι καλ
- καλ
ά, στρωνε καθαρά, κι δενε τ σκύλα, γι νναι λα τοιμα τ
πρω
κα ν μν χ λλη δουλειά, παρ ν πάῃ μόνο στν κκλησιά
κι ο
δ’ λλο, κι οδ’ λλο.
Τ
όσοι ϊ - Γιάννηδες πέρασαν καρτέρει κα καρτέρει, πο μποροσαν
ν
κάμουν κέριο μνα, κι Γιάννης τς Μήτραινας δ φαινόταν! Τί ν
ε
χε γίνει Γιάννης! Χωρς λλο θ λειωσαν τ κόκκαλά του κάτω
π τ μαρο μνμα χωρς κερί, χωρς λιβάνι, χωρς τρισάγιο, χωρς
λουλο
ύδια, χωρς δάκρυα!
λλ πο περνοσαν ατ π τ νο τς Μήτραινας!
ταν βρασε καλ κότα, εχε βασιλέψει λος. Τότε Μήτραινα 
τ
ν βγαλε π τ φωτιά, τν πόθεσε ψηλ, κι στερα καμε τ
σταυρ
ό της μπρς στ εκόνισμα, παρακαλντας τν Παναγία κα τν
ϊ - Γιάννη ν τς φέρουν τ παιδί της γερ κα καλ π τ ξένα.
Χ
άλασε κα σκέπασε τ φωτιά, σβησε τ λυχνάρι κα πλάγιασε ν
κοιμηθ
γιατ ταν περασμένη ρα.
Τ
πρόσφορα τ εχε τοιμα π τν μέρα το Σταυρο. Τ βαθ
πρωΐ, ν
ύχτα κόμη, πρν λαλήσουν ο πετεινοί, μα κουσε τ σήμαντρο˙
τ
ς κκλησίας, σηκώθηκε, νίφτηκε, ναψε τ καντήλι στ εκόνισμα,
κανε τ σταυρό της κι ναψε τ φωτιά. φτιασε τρία τέσσερα κεριά,
γ
έμισε τ ροΐ της λάδι, πρε τ πρόσφορό της κα κίνησε γι τν
κκλησία.
Ξεκιν
ντας κλεισε πίσω της τν πόρτα μόνο μ τ μάνταλο, γι ν
μπορ
έσ ν μπ μέσα μονάχο του τ ξενιτεμμένο της παιδί. ταν τόσο
β
έβαιη, τι θ ρχόταν χωρς λλο Γιάννης της κενο τ πρωΐ! Στν κκλησία κάθισε π τν ρχ τς λειτουργίας ς τ τέλος
κα
ί, πως συνήθιζε πάντα, πγε στν πύλη το ερο πρώτη - πρώτη,
γι
ν πάρ ντίδωρο πρωτύτερα π’ λο τ λλο χωρι κα ν πάῃ
γρ
ήγορα στ σπίτι της, ν δεχτ τ παιδί της, πο ρχόταν π τν
ξενιτει
ά.
τσι κανε πάντα, κί παπς, πο ξερε ατ τν δυναμία της,
τ
ς δινε ντίδωρο πρτα π’ λους˙ κι ατ παίρνοντας τ’ ντίδωρο
βγ
κε τρεχάτη π τν κκλησία κρατντας στ χέρι τ δειαν ρο
κα
τράβηξε σια γι τ σπιτοκάλυβό της.
Δ
ν εχε φέξει καλά, ταν γύριζε, κι συννεφι βαρειά, πο κρεμόταν
στ
ν αθέρα,κανε τν οραν μαρο κα φοβερό. νεμος φυσοσε δυνατ
κι
Μήτραινα τρεχε γρήγορα πατντας πως τύχαινε μέσα
στ
ς λάσπες, γι ν φτάσ τ γρηγορώτερο στ σπιτοκάλυβό της κα ν
σφ
ίξ στν γκαλιά της τ παιδί της.
Μπα
ίνοντας στν αλ κοίταξε λόγυρα, γι ν δ ν εναι κανένα
μουλ
άρι, κα μ βλέποντας τίποτε πόθεσε κάπου τ ροΐ της, βγκε στ
δρ
όμο κα τράβηξε σια κατ τ’ γνάντια. Κα μα φτασε στ μεριά,
πο
εχε χωριστ μ τ Γιάννη της, φώναξε μ μεγάλη φωνή:
- Γι
άννη η η η! Γιάννη, οουου!
-
Ορίστεεε! πολογήθηκε μι φων π μακριά.
- Χτ
ύπα γρήγορα, παιδάκι μου, γιατ σ’ φαγε τ κρύο. Το 
πολογήθηκε Μήτραινα.
Σ
λίγο τ ποδοβολητ το μουλαριο κουγόταν ξαστερώτερα, λλ 
Μήτραινα δν τ κουνοσε π κείνη τ μεριά.
Τ
ν περίμενε κε τ Γιάννη της, ς πο ρθε.
- Παιδ
άκι μου! Ψυχούλα μου!
- Μαννο
ύλα μου! Ποιός σο πρε τ συχαρίκια κα βγκες τέτοια 
ρα δ, ν μ καρτερς;
-
Η λπίδα μου, ψυχούλα μου! Η νίκητη λπίδα μου, πο φώλιαζε 
μ
έσα δ, στν καρδιά μου βαθιά!
Ο Γιάννης κατέβηκε π τ μουλάρι, Μήτραινα νοιξε τν
γκαλι κα μάννα κα παιδ γιναν να π τ σφιχταγκάλιασμα.
Εκε, στν δια τν μεριά, πο γκαλιάστηκαν κα φιλήθηκαν μάννα
κα
παιδ τ πικρ γκάλιασμα κα φίλημα το χωρισμο, δ κα τόσα
χρ
όνια, κε, στν δια τ μερι πάλι μάννα κα παιδ ξαναφιλιόνταν κα
ξαναγκαλι
άζονταν τ χαρμόσυνο φίλημα κι γκάλιασμα το ρχομο.
Κι
τσι γκαλιασμένοι φτασαν στ σπιτοκάλυβο. Μι βαρει τουφεκι πεσε στν αλόγυρο τς Μήτραινας, πο βρόντησε λο τ χωριό.
χαρ τς Μήτραινας οτε γράφεται οτε μολογιέται!
Πρ
ώτη φορά, φότου ξενιτεύτηκε Γιάννης, θρονιαζόταν χαρ στ 
ταπειν
σπιτοκάλυβο τς Μήτραινας.
«Διηγ
ήματα τς ξενιτεις»                Χρστος Χριστοβασίλης
(
Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄Γυμνασίου , Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων, Εν Αθήναις 1957)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου